για το ιστολόγιο


Rosa sempervirens, η Ροδή η αειθαλής είναι ένα αυτοφυές είδος τριανταφυλλιάς της χώρας μας. Όπως λέει και το όνομά της η τριανταφυλλιά αυτή δεν χάνει τα φύλλα της το χειμώνα και παραμένει πάντα πράσινη. Με το ιστολόγιο αυτό θα μοιραστούμε την "αειθαλή" αγάπη μας για τα φυτά και τα λουλούδια, και ιδιαίτερα για εκείνα τα είδη που έχουν το σπίτι τους εδώ, στην κόγχη του πλανήτη όπου ζούμε και εμείς. Η Ελλάδα είναι μια χώρα μικρή και ωστόσο πολύ μεγάλη όταν μετράμε την ομορφιά της, τη βιοποικιλότητα και τη μοναδικότητά της. Καλή περιήγηση! Εκτιμώνται ιδιαιτέρως τυχών διορθώσεις όπως και τα απλά σας σχόλια.
©

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Centaurea carystea


Centaurea carystea Trigas & Constantin.  Όχη, Ιούνιος 2013
 
 
Το να συναντήσεις ένα είδος το οποίο επιβιώνει σε μερικά μόνο στρέμματα ενός ολόκληρου βουνού σημαίνει ότι  και ο ίδιος είχες τύχη βουνό…  Με την ανάρτηση αυτή αναφέρουμε  την πολύ ευτυχή  συνάντησή μας με την Centaurea carystea στην Όχη, σε αυτό το τόσο ιδιαίτερο βουνό που δεσπόζει πάνω από την Κάρυστο. Ανήκοντας στην ταξινομικά μπερδεμένη ομάδα των Acrolophus η Κενταύρια της Καρύστου αναγνωρίστηκε και περιγράφηκε  μόλις το 2008. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο διαχωρισμός της sect. Acrolophus από τις Phalolepis και Willcommia στάθηκε αδύνατο να επιτευχθεί βάση μοριακών χαρακτήρων DNA (Andreas Hilpold, 2012) και δεν αποκλείεται οι sectiones αυτές να αναθεωρηθούν.  Τρία πράγματα είναι κατά τη γνώμη μας τα πιο αξιοσημείωτα για αυτό το σπανιότατο είδος που αναφέρεται ως κρισίμως κινδυνεύον στο δεύτερο κόκκινο βιβλίο των σπάνιων και απειλούμενων φυτών της Ελλάδας. Πρώτον, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες κενταύριες της ομάδας της έχει ένα περίεργο χρωμοσωμικό αριθμό (2n=54),  γνώρισμα που μοιράζεται και με μια άλλη επίσης σπάνια κενταύρια της Ελλάδας, την C. cithaeronea Phitos & Constantin., ενδημική του Ελικώνα και του Κιθαιρώνα. Δεύτερον, ζει αποκλειστικά  σε οφιολιθικό υπόστρωμα και στα λίγα τετραγωνικά μέτρα του άγονου βιότοπου που τη βρήκαμε αποτελούσε χαρακτηριστικό είδος της λιγοστής βλάστησης μαζί με την Ononis spinosa. Λιγοστά άλλα είδη παρατηρήθηκαν να φυτρώνουν κοντά της με πιο αξιοσημείωτο την σπανιότατη και επίσης στενοενδημική της κορυφής της Όχης Asperula brachyphylla Trigas & Iatrou. Τρίτο, η κενταύρια αυτή δυστυχώς κατατρώγεται από τα γίδια που βόσκουν ελεύθερα στο βουνό με αποτέλεσμα να παράγονται πολύ λίγα σπέρματα κάθε χρονιά. Μέχρι στιγμής έχει γλυτώσει  το σίγουρο αφανισμό μιας και τα γίδια φαίνεται πως  προτιμούν μόνο τα ετήσια ανθοφόρα στελέχη αφήνοντας ανέπαφους  τους ρόδακες των πολυετών αυτών φυτών. Στη δημοσίευση με την περιγραφή του είδους των Π. Τρίγκα, Θ. Κωνσταντινίδη και  Τ. Τουλουμενίδου, αναφέρεται πως η κενταύρια δημιουργεί  λίγα στελέχη (1-3) που φτάνουν τα 24cm, σε αντιδιαστολή με τις συγγενικές   C. attica, C. mantoudi και C. pelia.  Εμείς, ωστόσο, εντοπίσαμε μερικά άτομα τα οποία είχαν αρκετά περισσότερους βλαστούς αλλά και μήκη βλαστών γύρω στα 45cm. Τα εύρωστα  αυτά φυτά ήταν πολύ κοντά ή ξεπρόβαλαν μέσα από τους αγκαθωτούς μικρούς θάμνους της  O. spinosa που φαίνεται πως δρουν  προστατευτικά για τις κενταύριες καθώς  τα γίδια δεν τους προτιμούν.  Αυτή η διαπίστωση θα μπορούσε ίσως να ληφθεί υπόψη για πιθανά μέτρα προστασίας του είδους. Συγκεκριμένα προτείνουμε την παραγωγή νεαρών φυτών ex-situ και την μεταφύτευσή τους κοντά στις ρίζες των O. spinosa οι οποίες βρίθουν στην περιοχή.  



 

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Consolida tenuissima

Consolida tenuissima (Sibth. & Sm.) Soó Υμηττός 29/05/2013

Τον Ιούνιο του 1787 η περιηγητική ομάδα του άγγλου βοτανικού John Sibthorp, συμπεριλαμβανομένου του κορυφαίου εικονογράφου βοτανικών θεμάτων Ferdinand Bauer, επιβιβάζεται στο Φάληρο έχοντας ήδη στο ενεργητικό της ένα χρόνο συναρπαστικών ταξιδιών σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου με άγνωστες για την εποχή χλωρίδες –κυριότερα την Κρήτη και την Κύπρο. Όσο για την παραμονή τους στην Αθήνα το καλοκαίρι εκείνο, τί πιο φυσικό και αναμενόμενο από το να οργανώσουν και μια εκδρομή στον κοντινό Υμηττό. Στην εκδρομή εκείνη πιθανότατα να ανακαλύφθηκε λοιπόν και το ενδημικό φυτό της ανάρτησης, η περιγραφή του οποίου, όπως και τόσων άλλων από εκείνα τα ταξίδια, έγινε από τον James Edward  Smith [ο Sibthorp πέθανε πολύ νωρίς, πριν προλάβει να επεξεργαστεί ο ίδιος το υλικό του για τη δημιουργία της Flora Graeca που τόσο ονειρευόταν]. Το φυτό μας βαπτίστηκε Delphinium tenuissimum, και μεταφέρθηκε αργότερα στο πολύ συγγενικό γένος Consolida -γένος που ξεχωρίζει εύκολα από την απουσία δυο επιπλέον πετάλων τα οποία υπάρχουν στα άνθη των Delphinium.

Ο Υμηττός μπορεί να μην έχει ένα φυτικό είδος αποκλειστικά δικό του, όμως μπορεί σίγουρα να καυχηθεί για τον πλούτο των ελληνικών ενδημικών και άλλων σπάνιων στη χώρα μας φυτών στα οποία προσφέρει καταφύγιο.  Ωστόσο, αν από όλα τα είδη έπρεπε να διαλέξει κανείς ένα και μόνο ως το «φυτό του Υμηττού», η Consolida tenuissima αξίζει πιστεύουμε τον τίτλο. Μέχρι σήμερα το είδος θεωρείται ενδημικό της Αττικής και έχει βρεθεί στα όρη Υμηττός, Πάρνηθα, Πεντέλη, Πατέρας και Αιγάλεω, ενώ υπάρχει και μια ανεπιβεβαίωτη παλιά αναφορά από τη Νότια Εύβοια. Στο δεύτερο «κόκκινο βιβλίο» των σπάνιων και απειλούμενων ειδών της ελληνικής χλωρίδας η C. tenuissima αναφέρεται ως είδος τρωτό με μικρούς, διάσπαρτους πληθυσμούς τον μεγαλύτερο από τους οποίους να αριθμεί γύρω στα 150 άτομα [πιθανότατα στον Υμηττό]. Εμείς μετρήσαμε περισσότερα από 500 ανθισμένα φυτά εκατέρωθεν του μονοπατιού που σκαρφαλώνει τη βορειοδυτική πλαγιά της κορυφής ως τις πρώτες κεραίες και εκτιμούμε πως ο αριθμός τους είναι πολλαπλάσιος στην περιοχή αυτή του βουνού. Μολονότι λοιπόν το είδος είναι μονοετές και οι αριθμοί του  διακυμαίνονται από χρονιά σε χρονιά, για την επιβίωση του συγκεκριμένου πληθυσμού  είμαστε αισιόδοξοι. Το ενδιαίτημα στα σημεία αυτά [υψόμετρα περίπου 800-860μ] είναι έντονα βραχώδες, ασβεστολιθικό, με αραιή και χαμηλή βλάστηση από πουρνάρι και ασφάκες και η C. tenuissima δείχνει κάποια προτίμηση σε ρίζες βράχων με δυτική έκθεση καθώς και δίπλα στους θάμνους οι οποίοι φαίνεται πως επίσης της προσφέρουν κάποια προστασία. Από τον ίδιο βιότοπο στον Υμηττό αξίζει τέλος να αναφερθεί και το σπάνιο για την Αττική ενδημικό φυτό Bufonia stricta  [δείτε κλικάρωντας και εδώ].

 Consolida tenuissima [ως Delphinium tenuissimum]. Η υδατογραφία του Ferdinand Bauer για την Flora Graeca. Από την ψηφιακή έκδοση της Flora Graeca



Η πρωτότυπη περιγραφή της Consolida tenuissima [ως Delphinium tenuissimum]
 

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Bufonia stricta

Bufonia stricta (Sibth. & Sm.) Gürke   Υμηττός 5.2013
Εκεί ψηλά στον Υμηττό ...τα μυστικά πολλά και η βιοποικιλότητα μετρά μία ακόμη νίκη.
 



Στο γένος Bufonia L. της μεγάλης οικογένειας των Caryophyllaceae αναγνωρίζονται σήμερα 32 είδη [The Plant List] μικρών ποών, ημικρυπτόφυτων και υποθάμνων  με ιδιόμορφα ανθοφόρα στελέχη και τετραμερή άνθη –όχι και τόσο συνήθη για την οικογένεια. Το γένος κατανέμεται από τα Κανάρια Νησιά, το Μαρόκο και την Πορτογαλία μέχρι την Περσία, το Τουρκμενιστάν και το Αφγανιστάν, με το κέντρο του να εντοπίζεται μάλλον στην Περσία που  αναμφίβολα πλειοψηφεί σε αριθμό ενδημικών ειδών. Τα περισσότερα μέλη του γένους φύονται σε ξηρά και βραχώδη μέρη και, εξαιρουμένων των λιγοστών ευρέως διαδεδομένων μεσογειακών ειδών, έχουν σχετικά περιορισμένη εξάπλωση.
Η Bufonia stricta είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος του γένους ενδημικός της χώρας μας  και συγκεκριμένα της Κρήτης, της Ανατολικής Στερεάς και της Πελοποννήσου με μια αναφορά από τον Πάρνωνα. Μέχρι πρότινος το ενδιαίτημά της θεωρούνταν αποκλειστικά οι σχισμές ασβεστολιθικών βράχων της ορεινής ζώνης, όμως η συγχώνευσή της με την Bufonia euboica Kamari & Phitos που αναγνωρίζεται σήμερα μόνο ως ποικιλία της πρώτης, δείχνει ότι η B. stricta μπορεί επίσης να βρεθεί πολύ κοντά στη θάλασσα και σε σερπεντινικό υπόστρωμα. Στην Κρήτη υπάρχει επιπλέον το υποείδος B. stricta ssp. cecconiana (Bald.) Rech. f., ενώ στην Αττική και τα σύνορα Αττικοβοιωτίας το τυπικό υποείδος είναι ένα σπάνιο φυτό που περιορίζεται  στα όρη Κιθαιρώνας, Πατέρας, Γεράνεια και Υμηττός. Ιδιαίτερα στον Υμηττό θεωρούνταν χαμένο από το 1896 και για περισσότερα από 100 χρόνια έως ότου ξαναβρέθηκε κοντά στο «πάρκο κεραιών» στην κορυφή του βουνού, εκεί όπου θα την βρήκαμε και τη φωτογραφίσαμε και εμείς.


Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Verbascum pentelicum

Verbascum pentelicum Murb.  Μάιος 2013


Κανένα βουνό της Αττικής δεν θα μπορούσε να έχει γλιτώσει από τις δοκιμασίες που υποβάλουν ανά τους αιώνες οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου τα γύρω ορεινά, πόσο μάλλον η Πεντέλη με το θαυμαστό της μάρμαρο το γνωστό από την αρχαιότητα. Λατομεία, πυρκαγιές, ανεξέλεγκτη βόσκηση και πάλι πυρκαγιές, ιδού ο εξουθενωτικός χορός των πολλών πίσω βημάτων που χορεύει η φύση του όμορφου αυτού βουνού από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Φαντάζει σαν πραγματικό θαύμα το γεγονός ότι η βιοποικιλότητα της Πεντέλης κατάφερε να κρατήσει αντιστάσεις για να μπορούμε εμείς σήμερα να συναντάμε σπάνια φυτά λίγα χιλιόμετρα πιο πάνω από τα τελευταία σπίτια. Το είδος Verbascum pentelicum αποτελεί κατά τη γνώμη μας ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα τέτοιων θαυμάτων.  Ο αριθμός τους δεν πρέπει υπερβαίνει τα 100 ώριμα άτομα και αν εξαιρεθούν κάποια λιγοστά διάσπαρτα άτομα ο βασικός πληθυσμός του είδους περιορίζεται σε μια ζώνη γύρω από την κορυφή του βουνού, έναν βιότοπο με εντυπωσιακούς πυριτικούς ογκόλιθους και βλάστηση όπου κυριαρχεί το πουρνάρι και το αγριόκεδρο (Juniperus oxycedrus).

Το είδος το ανακάλυψε και το περιέγραψε ο Murbech διαχωρίζοντάς το από παλιότερες αναφορές  υλικού από την Πεντέλη ως V. sartorii Boiss & Heldr. = V. samniticum Ten. Στη μονογραφία του για το γένος αναφέρει ως περισσότερο συγγενικό του V. pentelicum το κοινό στη χώρα μας είδος V. undulatum Lam., το οποίο μπορεί επίσης να συναντήσει κανείς στη Πεντέλη. Πράγματι, βάση της μορφολογίας των ανθήρων, που είναι το σημαντικότερο στοιχείο στο ταξινομικό σύστημα του Murbech, αλλά και βάση κάποιων αναλογιών σε μέρη της ταξιανθίας τους [ποδίσκοι, κάλυκες], τα V. pentelicum και V. undulatum φαίνεται να είναι ιδιαίτερα συγγενή. Αν εξαιρέσουμε, ωστόσο, αυτούς τους χαρακτήρες, τότε το στενοενδημικό είδος της Πεντέλης μοιάζει περισσότερο με το είδος V. samniticum [αυτοφυές της Ελλάδας, Αλβανίας, Κροατίας και Ιταλίας].
Το πεντελικό βερμπάσκο προστατεύεται [δυστυχώς μόνο θεωρητικά] βάση του Προεδρικού Διατάγματος 67/1981 , ενώ όπως ο Ευάγγελος Μπαλιούσης υποστηρίζει στη διδακτορική του διατριβή για τη χλωρίδα και τη βλάστηση της Πεντέλης [και εμείς με προσωπικές παρατηρήσεις συνηγορούμε μαζί του] το είδος είναι κρισίμως κινδυνεύον και πρέπει να ληφθεί μέριμνα για την παρακολούθηση και την προστασία του πληθυσμού του.

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Gagea graeca


Gagea graeca (L.) Irmsch.  Λαυρεωτική 21.3.2013


Το γένος Gagea απαρτίζεται από πάνω από 250 είδη φυτών που κατανέμονται στη Μεσόγειο, ευρύτερα στην Ευρώπη και στην Ασία και τα οποία τις περισσότερες φορές έχουν κίτρινα άνθη και ανθίζουν τέλη χειμώνα και νωρίς την άνοιξη. Ωστόσο, η κοινή στη χώρα μας Γαγέα η γραικική έχει λευκά άνθη και ανθίζει αργότερα μέσα στην άνοιξη. Φύεται κυρίως σε φρυγανότοπους,  σε ανοίγματα δασών πεύκης και γενικά σε ξηρά αλλά και βραχώδη σημεία, ενώ εκτός Ελλάδας μπορεί ακόμα να βρεθεί στα Μικρασιατικά παράλια και στην Κύπρο. Σύγχρονα πειράματα φυλογενετικής υπέδειξαν ότι μαζί την Gagea trinervia (Viv.) Greuter από την Σικελία και την Κυρηναϊκή συγκροτούν τον πλέον αρχαίο κλάδο των Gagea, αρχαιότερο ακόμα και από τον κλάδο του γένους Lloydia, το οποίο προτείνεται συνεπώς να υποβιβαστεί ταξινομικά και να συγχωνευτεί με τις Gagea. Σε διαφορετική περίπτωση το ελληνικό φυτό είτε θα πρέπει να μεταφερθεί ξανά στις Loydia [όπως έχει ήδη συμβεί στην ταξινομική του ιστορία] είτε να συγκροτήσει μαζί με την G. trinervia ένα καινούργιο γένος. Κατά τον καθηγητή Δημήτριο Φοίτο «ο βοτανικός καλείται να βάλει σε τάξη το χάος» και στην περίπτωση των Gagea φαίνεται πως η λέξη «χάος» ταιριάζει γάντι. Εις αναμονή των εξελίξεων λοιπόν, όλοι όσοι δεν ασχολούμαστε με την επίλυση του συγκεκριμένου επιστημονικού θέματος μπορούμε απενεχοποιημένα να ονομάζουμε το πολύ όμορφο λουλούδι που μας χαρίζει κάθε άνοιξη η ελληνική φύση, την Gagea graeca.
 


 

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Fritillaria rhodokanakis


Fritillaria rhodokanakis Orph.ex Baker  Ύδρα 22/03/2013

Από τα τέλη Φεβρουαρίου έως και τις αρχές Απριλίου, η ανάβαση με αφετηρία τη χώρα της Ύδρας προς τον Προφήτη Ηλία επιφυλάσσει στον επισκέπτη μια ιδιαίτερα ευτυχή συνάντηση. Ο τελευταίος, ήδη γεμάτος με εικόνες αγριολούλουδων, θα συναντήσει κοντά στην κορυφή του λόφου τις όμορφες φριτιλάριες του είδους Fritillaria rhodokanakis με τα χαρακτηριστικά  δίχρωμα άνθη τους  -βαθιά καστανοπόρφυρα στη βάση των τεπάλων και χρυσοκίτρινα ως το τελείωμά τους.  Το είδος είναι ουσιαστικά ενδημικό της Ύδρας και των μικρών νησίδων μεταξύ Ύδρας και ΒΑ Πελοποννήσου, καθώς μόνο εκεί βρίσκεται στην τυπική μορφή του. Απέναντι, στην Αργολίδα, επικρατεί καθεστώς όπου με άλλα δύο είδη -τη F. graeca και τη F. spetsiotica- η  F. rhodokanakis υβριδίζει έντονα με αποτέλεσμα να μην έχουν βρεθεί "καθαρά" άτομα της τελευταίας.

Οι φριτιλάριες, που μοιάζουν με χαριτωμένες ανάποδες τουλίπες, είναι γένος το οποίο κατανέμεται στην εύκρατη ζώνη του βορείου ημισφαιρίου και αποτελείται από περισσότερα από 120 είδη. Η αφετηρία στο εξελικτικό τους ταξίδι χαρτογραφείται κάπου εντός της ευρύτερης  περιοχής που σήμερα καταλαμβάνουν η Μεσόγειος και η Δυτική Ασία. Η χώρα μας είναι ιδιαίτερα προικισμένη σε φριτιλάριες, με τουλάχιστον 25 είδη και υποείδη που φύονται από παραθαλάσσιους βιότοπους με σχίνους και φρύγανα, έως ανοίγματα ελατοδασών και ορεινά λιβάδια. Πολλές φορές πρόκειται για σπάνια και απειλούμενα ενδημικά φυτά με περιορισμένη κατανομή τα οποία περιλαμβάνονται στους εθνικούς ερυθρούς καταλόγους. Η πολύ ιδιαίτερη F. rhodokanakis δεν αποτελεί εξαίρεση ως προς αυτό.  


 

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Hyacinthella leucophaea subsp. atchleyi


Hyacinthella leucophaea ssp. atchleyi  (A. K. Jacks. & Turrill) K. Perss. & Jim. Perss. 6/03/2013 Νέα Παλάτια Ωρωπού.


Το γένος Hyacinthella απαρτίζεται από 17 είδη, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ενδημικά της Τουρκίας. Τη γεωγραφική κατανομή του όμορφου γένους συμπληρώνουν αφενός η περιοχή γύρω από τον Εύξεινο Πόντο και τα Βαλκάνια και αφετέρου η Κύπρος,  οι χώρες των ανατολικών μεσογειακών παραλίων και το Ιράν. Στη χώρα μας οι Υακινθέλες αντιπροσωπεύονται από το σπάνιο βαλκανικό υποείδος H. leucophaea ssp. atchleyi. Ο αναγνώστης για περισσότερες πληροφορίες παραπέμπεται σε ανάρτηση του ιστολογίου Plant Hunters κλικάροντας εδώ.
 




 

Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Ophrys mycenensis

Ophrys mycenensis S. Hertel & H. F. Paulus   Υμηττός, 4/03/2013


Με το κέντρο της κατανομής τους στη Μεσόγειο, οι Ophrys είναι ένα πολύμορφο μονοφυλετικό  γένος ορχιδέων το οποίο εξελίσσεται δυναμικά στη γεωλογική εποχή μας. Ένα εκπληκτικό ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι ο μηχανισμός με τον οποίο πραγματοποιείται η επικονίαση των λουλουδιών τους και ο οποίος βασίζεται στη σεξουαλική εξαπάτηση των εντόμων. Τα άνθη τους είναι κατασκευασμένα με τέτοιο τρόπο αλλά και εκπέμπουν τέτοια χημικά σήματα ώστε τα αρσενικά έντομα συγκεκριμένων ειδών νομίζουν ότι βλέπουν και ότι μυρίζουν το θηλυκό ταίρι τους. Παρασυρμένα από το γενετήσιο ένστικτό τους εφορμούν στα άνθη και ψευδοσυνουσιάζονται με αυτα οπότε και εξυπηρετούν τη μεταφορά της γύρης από το ένα λουλούδι στο άλλο. Για τα έντομα είναι ζήτημα λοιπόν αν κερδίζουν κάτι από την όλη ιστορία, ενώ για τις ορχιδέες  είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου μιας και η γύρη τους δεν μπορεί να μεταφερθεί  στη στιγματικοή κοιλότητα των λουλουδιών με κανέναν άλλο τρόπο (εκτός από την αυτογονιμοποιούμενη Ophrys apifera).  Μάλιστα κατά κανόνα υπάρχει εξειδίκευση ώστε  κάθε είδος Ophrys προσελκύει ένα συγκεκριμένο είδος εντόμου. Με αυτό τον τρόπο ακόμα και όταν τα διάφορα είδη των Ophrys  φυτρώνουν στους ίδιους βιοτόπους και ανθίζουν δίπλα δίπλα είναι κατά κανόνα  απομονωμένα γενετικά σα να βρίσκονται σε μακρινά νησιά. Βέβαια, υπάρχουν και εξαιρέσεις και στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα μείζων θέμα:   Όπως γενικά συμβαίνει με τις ορχιδέες έτσι και με τα διάφορα  είδη του γένους Ophrys  μπορούν κάποιες φορές να δημιουργούνται υβριδισμοί στη φύση (με ευκολία γίνονται στο εργαστήριο) που δίνουν γόνιμους απογόνους. Αυτό το φαινόμενο εγείρει τον προβληματισμό σχετικά με την εγκυρότητα της ταξινόμησής τους  σε επίπεδο είδους, καθώς το είδος υποδηλώνει σαφώς γενετική απομόνωση.  Στην ανάρτηση αυτή δεν θα αναφερθούμε στις διάφορες σχολές ταξινόμησης των Ophrys που πολλές φορές δεν λαμβάνουν υπόψη το προαναφερθέν θέμα της γονιμότητας των υβριδίων.  Μόνο θα επισημάνουμε ότι ανάλογα με αυτές τις σχολές τα είδη των Ophrys κυμαίνονται  από 17 megaspecies  (Sundermann, 1980), έως 251 είδη (Delforge, 2006)  και ακόμα περισσότερα όπως προκύπτει από τις συνεχιζόμενες ανακαλύψεις νέων ειδών – εντός ή εκτός εισαγωγικών είδη όπως αυτό γίνεται αντιληπτό.

Η Ophrys mycenensis  είναι μια ενδημική ελληνική ορχιδέα  που περιγράφηκε πρόσφατα, μόλις το 2010. Ανήκει στην ιδιαίτερα πολύμορφη και ως εκ τούτου και προβληματική ταξινομικά ομάδα των O. scolopax/O. oestrifera  για την οποία είχε προταθεί ένας γενικός υποδιαχωρισμός σε Δυτικές (scolopax) και Ανατολικής Μεσογείου (οιστροφόρες).  Όπως οι συγγραφείς Stefan Hertel και Hannes Paulus υποστηρίζουν στη δημοσίευση για το νέο ελληνικό είδος, υπήρχε εδώ και χρόνια μια αμφίβολη χαρτογράφηση στην Ελλάδα του ενδημικού της Κριμαίας και του Καυκάσου O. bremifera. Τελικά, τα ελληνικά φυτά προβιβάστηκαν από τους συγγραφείς στο ξεχωριστό είδος O. mycenensis όταν ανακαλύφθηκε πως έχουν ως επικονιαστή το υμενόπτερο Chalicodoma manicata το οποίο δεν επικονιάζει κανένα άλλο είδος των ομάδων scolopax-oestrifera των οποίων τα μέλη επικονιάζονται από υμενόπτερα διαφορετικών γενών.  Σε σχέση με τις υπόλοιπες οιστροφόρες, η χρωματική εντύπωση του άνθους είναι γενικά σκουρότερη (χείλος), ενώ τα φυτά έχουν και  την πρωιμότερη ανθοφορία, ήδη από τις αρχές του Μαρτίου στα χαμηλά υψόμετρα.  Το τελευταίο μπορούμε να το πιστοποιήσουμε και εμείς με τη φωτογράφηση από τον Υμηττό στις 4/3/2013. Άλλα χαρακτηριστικά του άνθους, τα οποία  παρατηρούνται και σε άλλες οιστροφόρες είναι οι μεγάλοι μαύροι και γυαλιστεροί ψευδοφθαλμοί, οι οξύληκτοι πλευρικοί λοβοί που θυμίζουν κέρατα και η μεγάλη απόφυση (άκρη χείλους). Το χείλος είναι κατά κανόνα σκολοπαξοειδές (παρυφές του χείλους γυριστές προς τα πίσω) αλλά μπορεί να έχει και απλωτές παρυφές.
Η ονομασία της όμορφης αυτής ορχιδέες αποτελεί αναφορά στην αρχαία πόλη των Μυκηνών γύρω από την οποία βρέθηκαν πληθυσμοί της. Έχει βρεθεί σε όλους τους νομούς της Πελοποννήσου και  επίσης χαρτογραφείται στο Πήλιο, κοντά στη Λαμία, στην Εύβοια, στην Αττική αλλά και στα νησιά Σαλαμίνα, Αίγινα και  Ύδρα,  από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 1070μ.



 

Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Silene apetala - Επανεύρεση στην Αττική ύστερα από έναν αιώνα

Silene apetala Willd.  25/2/2013, στροφές Βουλιαγμένης.


Μια ευτυχής συνάντηση με μια σιληνή που αργούσε πολύ στο ραντεβού της…

Εκατέρωθεν της παραλιακής λεωφόρου Κωνσταντίνου Καραμανλή, λίγο μετά τη Λίμνη της Βουλιαγμένης, στα πρώτα λιμανάκια, βρέθηκαν μερικές χιλιάδες άτομα του είδους Silene apetala, ένα είδος που απ’ όσο γνωρίζουμε είχε να εντοπιστεί κοντά στην Αθήνα για παραπάνω από έναν αιώνα. Η κατανομή του είδους περιλαμβάνει τη Μεσόγειο, την Αραβία, το Ιράν το Αφγανιστάν και το Πακιστάν ενώ στη χώρα μας θεωρείται σπάνιο και έχει χαρτογραφηθεί στην Ν και Α Κρήτη, στην Κάρπαθο, στην Ρόδο, και γύρω από την Αθήνα, όπως προαναφέραμε. Η Ειρήνη Βαλλιανάτου, στα πλαίσια της διδακτορικής της διατριβής (2005), το βρίσκει στην Ψυττάλεια και στην ανατολική νησίδα Περιστεριών του Αργοσαρωνικού και το προτείνει για ένταξη σε ερυθρό μας κατάλογο.

 

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Muscari pulchellum

Muscari pulchellum Heldr. & Sart. subsp. pulchellum κοντά στη Βουλιαγμένη, 2/02/2013
 
Ετυμολογικά, η ονομασία του γένους Muscari  [muscus =μόσχος + ari = αυτό που τον δημιουργεί] αποτελεί μια αναφορά στο άρωμα των λουλουδιών τους, μιας και πράγματι αρκετά είδη του όμορφου αυτού γένους βολβωδών φυτών έχουν άνθη που μοσχοβολούν. Όσο για τη λέξη pulchellum, αυτή αποτελεί υποκοριστικό της λατινικής λέξης pulchrum = (το) όμορφο.  
Το Μόσχουρι το ευμορφούλι, λοιπόν, όπως αυτοσχεδιαστικά μεταφράσαμε στα ελληνικά την επιστημονική του ονομασία, είναι ένα ενδημικό είδος της Νότιας Ελλάδας και των Κυκλάδων το οποίο απαρτίζεται από δύο γνωστά υποείδη:  i) από το τυπικό υποείδος που ενδημεί στην ΝΑ Στερεά Ελλάδα, στην Α. Πελοπόννησο στην Αίγινα και στον Πόρο, και ii) από το υποείδος M. pulchellum ssp. clepsydroides Karlén ενδημικό της Τζιας, της Κύθνου και της Νάξου. Το είδος φύεται σε φρυγανότοπους και δάση πεύκης ή ελάτης, ενώ έχει βρεθεί σχεδόν από το επίπεδο της θάλασσας  έως τα 1350μ. Ανθισμένα φυτά βρίσκονται από τον Ιανουάριο έως των Μάιο. Από παρατηρήσεις μας  αναφέρουμε ότι στον Υμηττό, αλλά και στους παράκτιους λόφους από τη Βουλιαγμένη προς Σαρωνίδα, το είδος είναι κοινότατο και εναλλάσσεται πολλές φορές με το επίσης κοινό  M. commutatum, απ’ το οποίο διακρίνεται εύκολα καθώς τα άνθη του τελευταίου δεν εμφανίζουν λευκά μέρη.
Με την εργασία του «Muscari pulchellum (Liliaceae) and Associated Taxa in Greece and W Turkey» από το 1984, ο Thomas Karlén διαλεύκανε μια μακροχρόνια ταξινομική σύγχυση  μεταξύ του ενδημικού αυτού είδους και του ευρέως διαδεδομένου ευρυμεσογειακού M. neglectum Guss. ex Ten. Διασαφήνισε λοιπόν ότι το M. puclhellum διακρίνεται κυρίως από την κυλινδρική και λιγότερο συμπαγή ταξιανθία του (στο M. neglectum είναι κωνική στα αρχικά στάδια και ωοειδής στη συνέχεια), από τα γόνιμα άνθη χρώματος σκούρου ματζέντα αντί σκούρου ιώδους στο M. neglectum, και από την πιο έντονη χρωματική αντίθεση μεταξύ των γόνιμων και των άγονων (ανοιχτοκύανων) ανθέων. Η κατάληξη των γόνιμων ανθέων είναι λευκή και στα δύο είδη, περισσότερο, ωστόσο, εκτεταμένη στο M. pulchellum και πάντα λευκη, ενώ μικρότερη στο M. neglectum και κάποιες φορές σημαδεμένη με ιώδες.  Βρέθηκε, επίσης, ότι τα δύο είδη έχουν τελείως διαφορετικό καρυότυπο και ότι οι διασταυρώσεις τους δεν δίνουν βιώσιμους απογόνους, όπως εξάλλου αυτό θα αναμενόταν.
Ο ίδιος ερευνητής προτείνει ότι το M. pulchellum είναι αρκετά αρχαιότερο από πολλά άλλα Muscari spp. και πως μαζί με τα συγγενικά M. kerkis Karlén (στενοενδημικού, τρωτού είδους από τη Σάμο), M. latifolium J.Kirk. και M. bourgaei Baker (ενδημικών της Δ και Ν Ανατολίας), συγκροτούν μια μικρή ομάδα υπολειμματικών ειδών (relicts) υποδεικνύοντας στενά συσχετισμένες χλωρίδες στην ευρύτερη περιοχή τους πριν από αρκετά εκατομμύρια χρόνια. Οι παραπλήσιες κατανομές άλλων ειδών, όπως της Velezia quadridentata ή του Geocaryum macrocarpum ενδεχομένως να υποστηρίζουν αυτή την θεωρεία.

 
Muscari pulchellum Heldr. & Sart. subsp. pulchellum  Υμηττός, 30/01/2013

 
 
άτομο με λευκά άγονα άνθη
 
Μαζί με μια Ophrys fusca ssp. fusca  (leucadica), Υμηττός, 11/02/2013